Θέατρο

Λόλα – Η θρυλική ηρωίδα της Τρούμπας ξαναζωντανεύει στο θέατρο Παλλάς

Η θεατρική παράσταση «Λόλα» στο θέατρο Παλλάς αποτελεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα καλλιτεχνικά γεγονότα της φετινής σεζόν, φέρνοντας στη σκηνή μια σύγχρονη, δυναμική και βαθιά ανθρώπινη προσέγγιση ενός διαχρονικού μύθου.

Η Λόλα της Τρούμπας… η Λόλα του καμπαρέ… η Λόλα του καπνού και του πάθους!

Μετά το εμβληματικό film noir του Ντίνου Δημόπουλου, σε σενάριο του Ηλία Λυμπερόπουλου και ένα καστ ηθοποιών, που όρισε μια ολόκληρη εποχή – όπως ο Κούρκουλος, η Καρέζη, ο Ζερβός και ο Παπαγιαννόπουλος, ο θρύλος παραμένει ζωντανός και έρχεται στην θεατρική σκηνή μετά από 60 χρόνια.
Σ’ένα παράθυρο ενός παλιού σπιτιού της Τρούμπας, η Βίκυ Μοσχολιού (άγνωστη ώς τότε) τραγουδά «Του ήλιου χάθηκε το φως» και η ταινία στην πρώτη της προβολή κόβει 313.822 εισιτήρια!

Εξήντα χρόνια μετά, όλα εκείνα τα “ακριβά υλικά” – ο έρωτας, η νύχτα, η μουσική, η φωτιά της ψυχής – ζωντανεύουν για πρώτη φορά στο θέατρο.
Η «Λόλα» ανεβαίνει στη σκηνή του θεάτρου Παλλάς, σε θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία του Χρήστου Σουγάρη, με μια νέα γενιά πρωταγωνιστών που δίνει πνοή στο διαχρονικό νουάρ.

Με πρωταγωνιστές τον Γιάννη Στάνκογλου και την Έλλη Τρίγκου, η παράσταση καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο πάθος, τη σύγκρουση και την συγκίνηση, δημιουργώντας μια θεατρική εμπειρία που καθηλώνει το κοινό από την πρώτη έως την τελευταία σκηνή.
Η Λόλα δεν ονειρεύεται την φυγή… ονειρεύεται να επιβιώσει!
Στο πλευρό της σε αυτόν τον αγώνα για την επιβίωση, ο Άρης – ο μεγάλος της έρωτας, ένας άντρας που κουβαλά τις πληγές και τα λάθη του παρελθόντος – κι ανάμεσά τους, ο σκοτεινός κόσμος της Τρούμπας, όπου οι αποφάσεις γράφονται με αίμα κι η αγάπη είναι τόσο επικίνδυνη όσο κι ένα μαχαίρι στο σκοτάδι.
Το ζευγάρι, ως άλλοι Όρφεας και Ευριδίκη, πασχίζουν να δραπετεύσουν από τον Άδη του υπόσκοσμου, στον οποίο έχουν εδώ και χρόνια βυθιστεί. Η νύχτα όμως δεν συγχωρεί!

Η «Λόλα» δεν είναι απλώς μια ιστορία έρωτα· είναι μια κατάδυση στα πιο σκοτεινά και ταυτόχρονα φωτεινά σημεία της ανθρώπινης ψυχής. Το έργο πραγματεύεται την ένταση των σχέσεων, την ανάγκη για αποδοχή, την ζήλια, την επιθυμία και τη δύναμη της συγχώρεσης.
Μέσα από μια σκηνοθετική ματιά που συνδυάζει ρεαλισμό και ποιητικότητα, το κοινό έρχεται αντιμέτωπο με χαρακτήρες που δεν είναι μονοδιάστατοι, αλλά γεμάτοι αντιφάσεις και εσωτερικές συγκρούσεις.

Ο Γιάννης Στάνκογλου, με την γνώριμη θεατρική του ωριμότητα και τη βαθιά εκφραστικότητα, ενσαρκώνει έναν ήρωα σύνθετο, γεμάτο ένταση και εσωτερική πάλη. Είναι σα να περίμενε από πάντα τον ρόλο του Άρη, που του ταιριάζει γάντι.
Η παρουσία του στην σκηνή είναι επιβλητική, χωρίς να γίνεται υπερβολική.
Με μικρές κινήσεις, έντονο βλέμμα και ελεγχόμενη φωνή, χτίζει έναν χαρακτήρα που ακροβατεί ανάμεσα στη δύναμη και την αβεβαιότητα και το ρίσκο. Η ερμηνεία του αποδεικνύει για ακόμη μία φορά γιατί θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του.

Από την άλλη πλευρά, η Έλλη Τρίγκου δίνει σάρκα και οστά σε μια Λόλα σύγχρονη, παθιασμένη και βαθιά συναισθηματική. Η ερμηνεία της χαρακτηρίζεται από αυθεντικότητα και ένταση, με στιγμές που αγγίζουν τα όρια της έκρηξης, αλλά και άλλες που αποπνέουν τρυφερότητα και εσωτερική ηρεμία. Η χημεία της με τον Στάνκογλου είναι εμφανής και λειτουργεί ως βασικός άξονας της παράστασης, δημιουργώντας σκηνές υψηλής δραματουργικής έντασης που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον των θεατών.

Σημαντικό ρόλο στην επιτυχία της παράστασης παίζει και η αισθητική της προσέγγιση. Τα σκηνικά είναι λιτά και επιτρέπουν στους ηθοποιούς να αναδείξουν την εσωτερικότητα των ρόλων τους, ενώ οι φωτισμοί ενισχύουν τη δραματική ατμόσφαιρα, δημιουργώντας έντονες αντιθέσεις φωτός και σκιάς.
Η μουσική επένδυση του Βάγκνερ που κινείται σε τζαζ μονοπάτια λειτουργεί υποστηρικτικά, υπογραμμίζοντας τις συναισθηματικές κορυφώσεις χωρίς να επισκιάζει τη δράση.
Αλλά σίγουρα λείπει η μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, η οποία προσέδιδε στην τότε ταινία ένα χαρακτήρα ακόμη πιο δραματικό και για όσους την έχουμε δει, είναι συνυφασμένη με την ιστορία.

Το θέατρο Θέατρο Παλλάς, με τη μεγαλοπρεπή του αρχιτεκτονική και τη μακρά ιστορία του, προσφέρει το ιδανικό σκηνικό για μια παράσταση τέτοιας εμβέλειας.
Ο χώρος συμβάλλει στη συνολική εμπειρία, ενισχύοντας την αίσθηση ότι το κοινό συμμετέχει σε ένα σημαντικό πολιτιστικό γεγονός. Η ατμόσφαιρα στην αίθουσα, γεμάτη προσμονή και συγκίνηση, αποδεικνύει τη δύναμη που εξακολουθεί να έχει το ζωντανό θέατρο στην εποχή της ταχύτητας και της ψηφιακής εικόνας.

Πέρα από τις ερμηνείες και τη σκηνοθεσία, η «Λόλα» ξεχωρίζει για τη θεματική της επικαιρότητα. Οι σχέσεις εξουσίας, η ανάγκη για ελευθερία, η σύγκρουση ανάμεσα στο προσωπικό και το κοινωνικό «πρέπει» είναι ζητήματα που παραμένουν διαχρονικά και αγγίζουν το σύγχρονο κοινό. Η παράσταση δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις· αντίθετα, θέτει ερωτήματα και καλεί τον θεατή να αναλογιστεί τις δικές του επιλογές και ευθύνες.

Ως λάτρης του παλιού ελληνικού κινηματογράφου και έχοντας δει την ταινία τόσες φορές που θυμάμαι ακόμη και τους διαλόγους μεταξύ των ηθοποιών που θεωρούνται «ιερά τέρατα» και δύσκολα αναπαράγονται, φοβόμουν την σύγκριση.
Κι όμως τόσο η σκηνοθεσία, όσο και οι ερμηνείες – που σε κάποιες στιγμές ήταν συνταρακτικές – με εξέπληξαν ευχάριστα και με γοήτευσαν!

Συνολικά, η «Λόλα» στο Παλλάς αποτελεί μια παράσταση υψηλών προδιαγραφών, με δυνατές ερμηνείες, προσεγμένη αισθητική και ουσιαστικό περιεχόμενο. Ο Γιάννης Στάνκογλου και η Έλλη Τρίγκου, αλλά και ο Γιώργος Γάλλος, αποδεικνύουν ότι το σύγχρονο ελληνικό θέατρο διαθέτει καλλιτέχνες με βάθος, τόλμη και αφοσίωση. Πρόκειται για μια θεατρική εμπειρία που δεν αφήνει τον θεατή αδιάφορο, αλλά τον συνοδεύει και μετά την αυλαία, υπενθυμίζοντας ότι το θέατρο παραμένει ένας ζωντανός χώρος συνάντησης, έκφρασης και ουσιαστικού διαλόγου.