Επίσκεψη στα υψίπεδα του Saint Julien

Δεύτερο Château, δεύτερο άρθρο και η Παναγιά μαζί σας…

Αυτή την φορά, η επίσκεψη έλαβε χώρα και πάλι στην αριστερή όχθη του Bordeaux, ξανά στην περιοχή του Saint Julien, η οποία παρεμπιπτόντως δεν έχει ούτε ένα Premier Gran Cru Classe Οινοποιείο σύμφωνα με την κατάταξη του Medoc του 1855 (πόσα να αντέξουμε πχια), αλλά εκπροσωπείται επάξια από μυθικά Château που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από την πρώτη κλάση της ταξινόμησης του 19ου Αιώνα.

Σε αυτή μας την επίσκεψη φιλοξενηθήκαμε στο Château όπου συναντάται το μεγαλύτερο υψόμετρο της περιοχής του Saint Julien και χρειαστήκαμε δυο φιάλες οξυγόνου έκαστος, μιας και τα 24 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας μας επηρέασαν πολύ #not.

Και όμως, για την περιοχή θεωρούνται αρκετά ψηλά…

Αφού λοιπόν σας αράδιασα όλες αυτές τις πληροφορίες και αφού δεν το έχετε μαντέψει ακόμα, θα το πάρει το ποτάμι και θα σας πω ότι σήμερα θα μιλήσουμε για το περίφημο Château Lagrange το οποίο συγκαταλέγεται στην 3η τη τάξει βαθμίδα της κατάταξης του Medoc του 1855 (Triezeme Grand Cru Classe en Medoc 1855).

Πρόκειται για ένα αρχιτεκτονικό κόσμημα, περιστοιχισμένο από τον αμπελώνα του, με μια υπέροχη τεχνητή λίμνη γεμάτη καλοθρεμμένες πάπιες και υπερσύγχρονες οινοποιητικές εγκαταστάσεις. Η σημερινή του αίγλη και ομορφιά σου δίνει την εντύπωση πως υπάρχει σε αυτήν την κατάσταση εδώ και αιώνες και πως ο χρόνος το χαϊδεύει απαλά. Όμως, η ιστορία του είναι γεμάτη με σκαμπανεβάσματα οικοδομικά και οικονομικά. Από την Ρωμαϊκή εποχή και την έπαυλη “Villa Rustica”, στον Μεσαίωνα, περίοδο κατά την οποία το τοπωνύμιο “Grancia” ονοματοδότησε το σημερινό μας «Lagrange», λαμβάνει χώρα η ιστορία μιας μεγάλης περιοχής αγροτοκτηνοτροφικής αλλά και οινικής δραστηριότητας. Κατόπιν, Ναΐτες Ιππότες, γαλαζοαίματοι, εφοπλιστές, τραπεζίτες και λοιποί εύποροι κάθονται στο τιμόνι του μέχρι το 1983, εποχή που το Châteaux Lagrange περνάει στα χέρια ιαπωνικού ομίλου και γίνεται αυτό το στολίδι που επισκεφτήκαμε σήμερα.

Ο αμπελώνας του εκτείνεται στις μέρες μας στα 115 εκτάρια γης, με πολύ καλή αποστράγγιση λόγω και του υψομέτρου, έστω και αυτά τα λιγοστά μέτρα κάνουν την διαφορά.
Είναι φυτεμένος με τις ποικιλίες Cabernet Sauvignon  σε ποσοστό 67% , Merlot σε ποσοστό 28% και την ποικιλία του Petit Verdot στο υπόλοιπο 5%.
Το έδαφος είναι το σήμα κατατεθέν της αριστερής όχθης το οποίο περιέχει χώμα με υψηλή περιεκτικότητα σε άμμο και είναι διάσπαρτο με βοτσαλάκια από τις εναποθέσεις του ποταμού Gironde.

Αξίζει να αναφέρουμε πως από τα 115 εκτάρια, τα 7,5 είναι φυτεμένα με τις λευκές ποικιλίες Sauvignon Blanc, Sauvignon Gris και Semillon.
Θα μου πείτε γιατί να χαλάνε εκτάσεις στο Saint Julien για λευκά κρασιά. Ναι, υπάρχουν και λευκά Bordeaux…και μπορεί να είναι τσιμπημένα αλλά αν μη τι άλλο είναι εξαιρετικά!!!

Ατενίζοντας την λιμνούλα με τις πανέμορφες και λαχταριστές πάπιες της, ζήσαμε για πρώτη φορά την εμπειρία του επονομαζόμενου En Primeur, της δοκιμής δείγματος από τα βαρέλια της σοδειάς 2018. Κάθε χρόνο και συγκεκριμένα κάθε Απρίλιο, το οικονομικό οικοδόμημα του Bordeaux, καλεί την αφρόκρεμα από τους κριτικούς οίνου, εμπόρους, οινογράφους και ευγενείς της υφηλίου για να δοκιμάσουν δείγματα από τα βαρέλια που αν και ανέτοιμα ακόμα, ανοίγουν τον δρόμο για τον καθορισμό της τιμής και τις πρώτες πωλήσεις πριν ακόμα εμφιαλωθούν και διατεθούν στο ευρύ κοινό.
Η χαρά μου ήτο απερίγραπτη και το μόνο που μπορώ να σας μεταφέρω είναι ότι μου σηκώθηκε η τρίχα μόλις η ξεναγός, μας έφερε (2, παρακαλώ!) δείγματα En Primeur 2018 για να δοκιμάσουμε.

 

Ας αρχίσουμε λοιπόν με αυτά την γευστική μας ανταπόκριση από το Château Lagrange.

Château Lagrange En Primeur, Saint Julien 2018 (100% χρήση καινούριου βαρελιού)

(Blend: Cabernet Sauvignon 67%, Merlot 28%, Petit Verdot 5%)

Βαθύ σχεδόν αδιαπέραστο όμορφο μωβ χρώμα με ερυθρές ανταύγειες, αρώματα φραγκοστάφυλου, μαύρων φρούτων του δάσους, νότες πράσινης πιπεριάς, όλα μέσα σε ένα μανδύα αρωμάτων από το βαρέλι όπως βανίλια και καπνός από καλό πούρο. Στο στόμα η πληθωρικότητα και η φινέτσα του σε συνδυασμό με την υψηλή του οξύτητα και τις ρωμαλέες τανίνες σε προϊδεάζουν για μια χρονιά με λαμπρό και μακρύ μέλλον.

Château Lagrange En Primeur, Saint Julien 2018 (0% χρήση καινούριου βαρελιού)

(Blend: Cabernet Sauvignon 67%, Merlot 28%, Petit Verdot 5%)

Το χρώμα παραμένει το ίδιο με παραπάνω, εδώ το βαρέλι  είναι δεύτερης χρήσης και ο φρουτώδης αρωματικός χαρακτήρας των ποικιλιών ξεδιπλώνεται, με μαύρα φρούτα του δάσους όπως μύρτιλλα, φραγκοστάφυλα και μούρα, κόκκινα φρούτα όπως το αγριοκέρασο. Επίσης, ανθικές νότες βιολέτας και άλλες σαν αυτές του ξύσματος μολυβιού ολοκληρώνουν ένα γοητευτικό μοτίβο. Στο στόμα η αίσθηση είναι πιο δροσιστική με την υψηλή οξύτητα να παραβγαίνει έστω και οριακά τις πράσινες νεανικές τανίνες. Με τέτοιο φρούτο…τι ωραίο φρούτο!!!

Επίσης είχαμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε τα ακόλουθα:

Les Arums de Lagrange, Bordeaux White 2017

(Blend: Sauvignon Blanc 60%, Sauvignon Gris 20%, Semillon 20%)

Το χρώμα του, κιτρινωπό με πράσινες ανταύγειες, αρώματα κίτρου, τροπικών φρούτων όπως το μάνγκο, άνθη γιασεμιού και νότες ξηρών καρπών συνθέτουν ένα ενδιαφέρον μπουκέτο. Ελαφρύ και ευκολόπιοτο με μέτρια οξύτητα και όμορφη επίγευση.

Les Fiefs de Lagrange, Saint Julien 2014

(Blend: Cabernet Sauvignon 52%, Merlot 41%, Petit Verdot 7%)

Η δεύτερη ετικέτα του Châteaux που σε μια κρύα χρονιά όπως το 2014 δίνει ένα κρασί με βαθύ ερυθρό χρώμα και μωβ ανταύγειες, αρώματα φραγκοστάφυλου, κερασιού καθώς και γλυκόριζας με νότες φρεσκοτριμμένου πιπεριού. Μέτριο σώμα με ζωηρή οξύτητα και στρογγυλές τανίνες. Πολύ αξιόλογο…πρέπει να το παραδεχτούμε!!!

Château Lagrange Grand Vin, Saint Julien 2005

(Blend: Cabernet Sauvignon 46%, Merlot 45%, Petit Verdot 9%)

Σε αυτό το σημείο και καθώς διαβάζω τις σημειώσεις μου, το μυαλό μου προσφέρει απλόχερα την θύμηση της γεύσης αυτού του κρασιού. (Κάτω τα μολύβια…ησυχία, γεύση, ανάμνηση, όμορφες στιγμές, πάμε τώρα). Ένα Grand Vin…

Στο χρώμα, τα χάδια του χρόνου είναι ευδιάκριτα με το μωβ να ανοίγει σε ερυθρές ανταύγειες, τα αρώματα άλλα εξελιγμένα και άλλα όχι, φρούτα μαύρα και κόκκινα, βανίλια (φρούτο), φραγκοστάφυλο, κεράσια, σε συνδυασμό με αποξηραμένες βιολέτες, γραφίτη, προσεγμένο δέρμα, νύξεις καπνού και νοτισμένων φύλλων σε δάσος. Στο στόμα είναι πλούσιο και εκλεπτυσμένο με την οξύτητα σε ισορροπία με τις βελούδινες τανίνες και τον φρουτώδη χαρακτήρα να επιβεβαιώνεται σε μια πιο μαρμελαδένια εκδοχή. Η επίγευση του μακριά και μέτριας έντασης δεν σε αφήνει να το ξεχάσεις… Αυτά, δεν περιγράφω άλλο!!!

Για το τέλος, άφησα το κομμάτι της φιλοξενίας και της ξενάγησης που αυτήν την φορά μας έκανε μια πολύ καταρτισμένη Γαλλιδούλα, τόσο ευχάριστη και γλυκιά που της κολλήσαμε το παρατσούκλι «Macaron που μιλάει» (Credit goes to Nicholas, ξέρει αυτός).

Αυτά λοιπόν είχα να σας μεταφέρω από το Chateau Lagrange που αν και Triezeme Gran Cru Classe en Medoc 1855 , ήταν μια πρώτης τάξεως εμπειρία!!!

 

 

 

 

shares